Follow by Email

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

28η Οκτωβρίου 1940: Το ηρωικό «ΟΧΙ» της Ελλάδας

Η ιταλική κυβέρνηση απέστειλε στην Ελλάδα τελεσίγραφο με το οποίο και απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση του ιταλικού στρατού από την Ελληνοαλβανική μεθόριο προκειμένου στη συνέχεια να καταλάβει κάποια στρατηγικά σημεία της Ελλάδος. Η απάντηση της κυβέρνησης Μεταξά στο τελεσίγραφο ήταν αρνητική.




Συνέπεια της άρνησης αυτής ήταν η είσοδος της χώρας μας στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και η έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940. Η ημερομηνία αυτή καθιερώθηκε να εορτάζεται στην Ελλάδα κάθε χρόνο ως επίσημη εθνική εορτή και αργία.
Ουσιαστικά, την 28η Οκτωβρίου η Ελλάδα γιορτάζει την είσοδό της στον πόλεμο, ενώ οι περισσότερες άλλες χώρες γιορτάζουν την ημερομηνία λήξης του πολέμου.
Για πρώτη φορά η επέτειος γιορτάστηκε επίσημα το 1944

Κάθε χρόνο, αυτήν την μέρα πραγματοποιείται στη Θεσσαλονίκη η στρατιωτική παρέλαση, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας και άλλων επισήμων, η οποία συμπίπτει με τον εορτασμό της απελευθέρωσης της πόλης κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο και τη μνήμη του πολιούχου της Αγίου Δημητρίου.

Στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις γίνονται μαθητικές παρελάσεις, ενώ δημόσια και ιδιωτικά κτίρια υψώνουν την ελληνική σημαία.
Ακόμα, πραγματοποιούνται επετειακές εκδηλώσεις και αφιερώματα μνήμης, ενώ ιδιαίτερη μνεία γίνεται στην «τραγουδίστρια της νίκης» Σοφία Βέμπο, η οποία με τα πατριωτικά της τραγούδια εμψύχωνε τότε τους στρατιώτες μας και μετέδιδε τον ενθουσιασμό της προέλασης των ελληνικών δυνάμεων στη Βόρεια Ήπειρο.
Το ιστορικό
Ηταν περίπου 3 τα ξημερώματα της 28 Οκτωβρίου του 1940 όταν o Μουσολίνι απέστειλε στην Ελλάδα τελεσίγραφο με το οποίο και απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση του Ιταλικού στρατού από την Ελληνοαλβανική μεθόριο προκειμένου στη συνέχεια να καταλάβει κάποια στρατηγικά σημεία της Ελλάδος, (λιμένες, αεροδρόμια κλπ.), για ανάγκες ανεφοδιασμού και άλλων διευκολύνσεών του, στη μετέπειτα προώθησή του στην Αφρική.
Το τελεσίγραφο δόθηκε ιδιόχειρα στον Ιωάννη Μεταξά και μάλιστα στην οικία του στην Κηφισσιά , από τον Ιταλό Πρέσβη στην Αθήνα Εμανουέλε Γκράτσι.
Μετά την ανάγνωση του κειμένου ο Μεταξάς έστρεψε το βλέμμα του στον Ιταλό Πρέσβη και του απάντησε στα γαλλικά (επίσημη διπλωματική γλώσσα) την ιστορική φράση: «Alors, c'est la guerre», (προφέρεται από τα γαλλικά, αλόρ, σε λα γκερ, δηλαδή, Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμο), εκδηλώνοντας έτσι την αρνητική θέση επί των ιταμών ιταλικών αιτημάτων.
Ο Γκράτσι στα απομνημονεύματά του, που κυκλοφόρησαν το 1945, περιγράφει τη σκηνή: «Έχω εντολή κ. πρωθυπουργέ να σας κάνω μία ανακοίνωση και του έδωσα το έγγραφο. Παρακολούθησα την συγκίνηση εις τα χέρια και εις τα μάτια του. Με σταθερή φωνή και βλέποντάς με κατάματα ο Μεταξάς μου είπε: αυτό σημαίνει πόλεμο. Του απήντησα ότι αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί. Μου απήντησε ΟΧΙ. Του πρόσθεσα ότι αν ο στρατηγός Παπάγος..., ο Μεταξάς με διέκοψε και μου είπε: ΟΧΙ! Έφυγα υποκλινόμενος με τον βαθύτερο σεβασμό, προ του γέροντος αυτού, που προτίμησε την θυσία αντί της υποδουλώσεως.».
Ο Μεταξάς εκείνη τη στιγμή είχε εκφράσει το ελληνικό λαϊκό συναίσθημα, την άρνηση της υποταγής, και αυτή η άρνηση πέρασε στον τότε ελληνικό δημοσιογραφικό τύπο με την λέξη «ΟΧΙ».
Ο πόλεμος

Δύο ώρες μετά την παραπάνω επίδοση, ξεκίνησε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος με εισβολή των ιταλικών στρατευμάτων στην Ήπειρο, οπότε η Ελλάδα αμυνόμενη ενεπλάκη στον πόλεμο.
Το λεγόμενο «Έπος του Σαράντα», το οποίο ακολούθησε, και οι μεγάλες νίκες που ο ελληνικός στρατός κατέκτησε, εις βάρος των Ιταλών, καθιερώθηκε να γιορτάζονται κάθε χρόνο στις 28 Οκτωβρίου, την ημέρα της επίδοσης του ιταλικού τελεσιγράφου και της άρνησης του Ιωάννη Μεταξά να συναινέσει.
Η Εκκλησία της Ελλάδος αποφάσισε, το 1952, η γιορτή της Αγίας Σκέπης από την 1η Οκτωβρίου να μεταφερθεί στις 28 Οκτωβρίου, με το αιτιολογικό ότι η Παναγία βοήθησε τον Ελληνικό Στρατό στον πόλεμο της Αλβανίας.
Πηγή:Newsgr




Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2016

Λοχίας Ίτσιος: 38.000 σφαίρες κατά των ναζί!

Η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα ξεκίνησε στις 6 Απριλίου του 1941 και παρά την ισχυρή και εντυπωσιακή αντίσταση των Ελλήνων και των στρατευμάτων τους, η υποχώρηση ήρθε 4 μέρες αργότερα . Η παράδοση έγινε στις 9 Απριλίου.
Πολλά είναι τα πρόσωπα που θα μπορούσαν να ξεχωρίσουν για την ηρωϊκή αντίσταση των Ελλήνων. Ένας λοχίας όμως παίρνει τον πρώτο ρόλο.
Ομολογουμένως, το πρόσωπο που ξεχώρισε μέσα απο το γεγονός αυτό είναι ο λοχίας Δημήτρης Ίτσιος, ο οποίος μόνος του με ακόμα πέντε άντρες απέκρουσε την εισβολή των Γερμανών και εξολόθρευσε με το πολυβόλο πάνω απο 250 στρατιώτες της Βερμαχτ.
Ο Δημήτρης Ίτσιος ήταν, έφεδρος υπαξιωματικός του Ελληνικού στρατού κατά τη διάρκεια της γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941. Επικεφαλής ολιγάριθμων ανδρών αντιστάθηκε μέχρις εσχάτων στην επίθεση που δέχθηκε και από το πολυβολείο του προκάλεσε μεγάλες απώλειες στον εχθρό. Παραδόθηκε μαζί με τους άνδρες του όταν τα πυρομαχικά τους εξαντλήθηκαν, αλλά δολοφονήθηκε εν ψυχρώ από τον επικεφαλής γερμανό σωματάρχη, στρατηγό Σόρνερ.Ο Ίτσιος είχε ρίξει 38.000 σφαίρες εναντίον των Γερμανών!
Οι Γερμανοί λοιπόν, εισέβαλαν την 6η Απριλίου του 1941 προσπαθώντας να διασπάσουν τη γραμμή Μεταξά, από τα σύνορα της Ελλάδας με την Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία. Όλοι οι Έλληνες στρατιώτες έδωσαν μια ηρωική μάχη και αντιστάθηκαν δυναμικά στους Γερμανούς.
Ο Δημήτρης Ίτσιος όμως, έφεδρος λοχίας και επικεφαλής της αντίστασης στο πολυβολείο, Π8 στην ομορφοπλαγιά του Μπέλες πάνω από τα Άνω Πορόια Σερρών, αν και μόνος του με πέντε μόνο στρατιώτες , δεν παραδόθηκε .
Ο λοχίας Ίτσιος αποδείχτηκε πολύ πιο δυναμικός απο ότι υπολόγιζαν. Η αντίστασή του κράτησε όσο περισσότερο μπορούσε και πιο συγκεκριμένα μέχρι να του τελειώσουν τα πυρομαχικά.
Με πάνω απο 38 χιλιάδες σφαίρες σκότωσε πάνω απο 250 Γερμανούς στρατιώτες και τον σημαντικό για τους αντιπάλους, αντισυνταγματάρχη, Έμπελινγκ. Ο Ίτσιος είχε ως εντολή να σταματήσει τους Γερμανούς ώστε οι ελληνικές δυνάμεις να καταφέρουν να κερδίσουν τ χρόνο. Ωστόσο, τη στιγμή που οι Γερμανοί τον εγκλωβίζουν ο Έλληνας λοχίας δίνει διαταγή στους άλλους πέντε στρατιώτες να αποχωρήσουν ώστε να αντιμετωπίσει μόνος του τη νέα επίθεση.
Ωστόσο, δύο απο τους φαντάρους αρνήθηκαν πεισματικά να αφήσ
ουν τον επικεφαλής, Ίτσιο και έτσι οι τρεις άντρες άρχισαν να αποκρούουν τις απανωτές γερμανικές επιθέσεις. Κατάφεραν να αποφύγουν όλες τις βολές των Στούκας καθώς και να αντιμετωπίσουν την επίθεση των χερσαίων δυνάμεων των Γερμανών.
Δυστύχως, η εξάντληση των πυρομαχικών τους τους ανάγκασε να παραδοθούν. Οι Γερμανοί πλησίασαν επιφυλακτικά τους άντρες και άρχισε ένας διάλογος μεταξύ του Έλληνα λοχία και Γερμανού επικεφαλής:
Στρατηγός Σόρνερ: Που είναι ο αξιωματικός σου;
Λοχίας Δημήτρης Ίτσιος: δεν υπάρχει, εγώ είμαι επικεφαλής
Στρατηγός Σόρνερ: εσύ;
Λοχίας Δημήτρης Ίτσιος: ναι;
Στρατηγός Σόρνερ: συγχαρητήρια, με την αντίσταση σου ζωντάνεψες το πνεύμα των προγόνων σου
Λοχίας Δημήτρης Ίτσιος: έκανα το καθήκον μου
Στρατηγός Σόρνερ: και τώρα πρέπει να κάνω και εγώ το δικό μου. Μου στοίχισες πάνω από διακόσιους άνδρες.
Ο Γερμανός διοικητής διέταξε να τον σκοτώσουν. Όταν ο Ίτσιος ρώτησε γιατί, δεν έλαβε καμία απάντηση. Ο Σόρνερ έδωσε εντολή να τον τιμήσουν και στη συνεχεια τον εκτέλεσε ο ίδιος.
Τους δύο άλλους άντρες, που παρέμειναν στο πλευρό του Ίτσιου, τους άφησε ελεύθερους. Αυτοί άλλωστε ήταν που διηγήθηκαν τα γεγονότα και την αυτοθυσία του Ίτσιου, που έμεινε στην ιστορία.
Ο Ίτσιος παρασημοφορήθηκε και ένα στρατόπεδο πήρε το όνομα του. Στον Ίτσιο αποδόθηκε ο βαθμός του Επιλοχία καθώς και το Αργυρό Αριστείο Ανδρείας.
Αρκετό καιρό αργότερα, το 1946 η σύζυγος του Ίτσιου κατάφερε να ανασύρει τα οστά του άνδρα της και να τα μεταφέρει για ενταφιασμό στο χωριό τους, τα Άνω Πορρόια.
Ο λοχίας με τη στρατηγική και τον ηρωισμό του συνέβαλε σημαντικά στην αντίσταση της εισβολής των Γερμανών, κερδίζοντας χρόνο για τους συμπατριώτες του. Με τη θυσία του όμως, κέρδισε και τον Γερμανό στρατηγό, ο οποίος δεν κατάφερε να προσπεράσει τη ναζιστική χυδαιότητα.

Φ. Καρβουνοπούλου