Follow by Email

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Ευαγγελισμός της Θεοτόκου την 25η Μαρτίου- καθιέρωση του μπακαλιάρου

Ημέρα εορτασμού της επανάστασης του 1821 αλλά και ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.
Οι λόγοι που «επέβαλλαν» τον κοινό εορτασμό τους είναι διάφοροι. Και βέβαια διαφορετικά είναι και τα έθιμα της ημέρας στη λαογραφική μας παράδοση. 

Η θεομητορική Εορτή του Ευαγγελισμού που περιλαμβάνεται στο δωδεκάορτο είναι η μόνη από τις πέντε μεγάλες θεομητορικές εορτές που βασίζεται στην Καινή Διαθήκη. 
Υπήρχαν οι έξης βασικοί λόγοι για την καθιέρωση της 25 Μαρτίου ως ημέρας εορτασμού του Ευαγγελισμού.
Η ήμερα της συλλήψεως του Ιωάννη του Προδρόμου (24 Σεπτεμβρίου) συνέπιπτε με τη φθινοπωρινή ισημερία, δεδομένου ότι την ήμερα αύτη, που οι Εβραίοι εόρταζαν την εορτή του Εξιλασμού, δέχθηκε ο Ζαχαρίας από τον αρχάγγελο Γαβριήλ το μήνυμα ότι θα αποκτήσει γιό.
Επομένως, εφόσον κατά το Λκ. 1, 26 ο Ευαγγελισμός έγινε έξι μήνες αργότερα, η ημερομηνία αύτη συνέπιπτε με την εαρινή ισημερία, δηλαδή στις 25 Μαρτίου, και η Γέννηση του Χριστού καθορίστηκε εννέα μήνες μετά, δηλαδή στις 25 Δεκεμβρίου, στο χειμερινό ηλιοστάσιο.
Επί πλέον είχε επικρατήσει η άποψη ότι ο θάνατος του Χριστού συνέβη στις 25 Μαρτίου και επειδή ο Κύριος, ως τέλειος κατά πάντα άνθρωπος, «έσχεν επίγειον βίον καθοριζόμενον από ακριβή αριθμόν ετών», έπρεπε να είχε συλληφθεί την ήμερα του σταυρικού θανάτου του. Τέλος η 25 Μαρτίου πίστευαν ότι ήταν η πρώτη ήμερα του κόσμου και ως εκ τούτου θα έπρεπε να είναι και η ήμερα της Γεννήσεώς του.
Η χαρμόσυνη εορτή εορτάζεται μέσα στη Μ. Τεσσαρακοστή, περίοδο πένθους, κατά την οποία απαγορεύεται η τέλεση εορτών και πανηγύρεων. Με τον 52ο κανόνα της Πενθέκτης Οικ. Συνόδου επιτράπηκε ως εξαίρεση η εορτή του Ευαγγελισμού κατά την οποία τελείται η θεία λειτουργία του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου και όχι η λειτουργία των προηγιασμένων. Κατά την εορτή τρώνε ψάρι και στην περίπτωση ακόμη που ο Ευαγγελισμός πέσει μέσα στην Μ.Εβδομάδα (5ος Κανών Νικηφόρου του Ομολογητή).
Στην Κωνσταντινούπολη, κατά το έθιμο, την ήμερα του Ευαγγελισμού ο αυτοκράτορας με πομπή από την Αγία Σοφία πήγαινε στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου εν τω Φόρω και από εκεί κατέληγε στο ναό της Θεοτόκου των Χαλκοπρατείων, όπου γινόταν μεγαλοπρεπής εορτασμός.
Στην ελληνική λαογραφική παράδοση τα έθιμα που σχετίζονται με την εορτή του Ευαγγελισμού βασίζονται στην αντίληψη ότι με την εορτή αύτη αρχίζει η άνοιξη και επιστρέφουν τα χελιδόνια. Γι' αυτό τα παιδιά βγάζουν από το χέρι τους τον «Μάρτη» και τον αφήνουν στα δέντρα να τον πάρουν τα χελιδόνια.
Σε πολλά μέρη υποδέχονται την 25η Μαρτίου με τραγούδια και με κωδωνισμούς επιδιώκουν να εκδιώξουν τα ερπετά, οι νοικοκυρές δεν κάνουν δουλειές στο σπίτι ή ζυμώνουν μικρές πίτες και βάζουν σε μια απ' αυτές ένα νόμισμα, για να το βρει ο τυχερός, όπως στην Πρωτοχρονιά. Οι μελισσοτρόφοι πρωτοβγάζουν τις κυψέλες στο ύπαιθρο, οι κτηνοτρόφοι μετακινούν τα κοπάδια τους από τα χειμαδιά στα ορεινά μέρη, οι Σαρακατσάνοι «αρματώνουν» τα κοπάδια τους με τα κυπροκούδουνα κ.ά.»
Ως έθιμο για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου καθιερώθηκε και ο μπακαλιάρος με σκορδαλιά. Κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής, η Εκκλησία επέτρεπε στους πιστούς να φάνε ψάρι μόνο δύο φορές, του Ευαγγελισμού και την Κυριακή των Βαΐων.
Η ιστορία του μπακαλιάρου ξεκινάει με την εποχή των Βίκινγκς, όπου πρωτοεμφανίστηκε σαν εμπορικό προϊόν περί το 800 μ.Χ. Μάλιστα, λέγεται ότι κυνηγώντας βακαλάους, οι Βίκινγκς ανακάλυψαν κατά λάθος το «νέο κόσμο».
Πρώτοι τον πάστωσαν οι Βάσκοι, που ξεκίνησαν το εμπόριο του μπακαλιάρου από το Μεσαίωνα και τον ονόμασαν «ψάρι του βουνού», ενώ στη χώρα μας, ήρθε τον 15ο αιώνα και στο ελληνικό τραπέζι μπήκε κατά τη διάρκεια της σαρακοστιανής νηστείας.
Με εξαίρεση τα νησιά, όπου υπήρχε πάντα φρέσκο ψάρι, στην υπόλοιπη Ελλάδα ο παστός μπακαλιάρος ήταν η φθηνή και εύκολη λύση.
Ιστορικά, εκείνοι που έστελναν στην Ελλάδα μεγάλες ποσότητες μπακαλιάρου ήταν οι Άγγλοι, οι οποίοι τον αντάλλασσαν με σταφίδες.

25η Μαρτίου 1821

    Γιορτάζουμε σε λίγες μέρες την έναρξη της  Ελληνικής Επανάστασης που κήρυξε το 1821, ο αρχηγός της Φιλικής εταιρείας Αλέξανδρος Υψηλάντης.  Η πρόταση εορτασμού έγινε λίγα χρόνια αργότερα, το 1834, από τον Παναγιώτη Σούτσο, ενώ καθιερώθηκε επίσημα το 1838, με Βασιλικό Διάταγμα της Κυβέρνησης Όθωνος.





Η Μεγάλη Επανάσταση του 1821 αποτελεί την κορυφαία προσπάθεια των Ελλήνων να αποκτήσουν την ελευθερία τους. Παρά τις δυσκολίες και τα προβλήματα, εσωτερικά και εξωτερικά, η Επανάσταση πέτυχε το στόχο της. Μέσα σε σχετικά σύντομο διάστημα, ως το 1830, η Ελλάδα κέρδισε την ανεξαρτησία της έστω και με περιορισμένα σύνορα. Η Επανάσταση ξεκίνησε από τη Πελοπόννησο και μετά εξαπλώθηκε σε όλη την Ελλάδα (βλ. παρακάτω αναλυτικά τις εξεγέρσεις).
Η σημασία της ημερομηνίας
Η 25η Μαρτίου, ημέρα του Ευαγγελισμού, είχε οριστεί ως ημέρα έναρξης της Ελληνικής Επανάστασης από τον αρχηγό της Φιλικής Εταιρείας Αλέξανδρο Υψηλάντη "ως ευαγγελιζομένη την πολιτικήν λύτρωσιν του ελληνικού έθνους".
Η ημερομηνία αυτή θεωρήθηκε ως σημείο αναφοράς από τις πρώτες ήδη ημέρες της Επανάστασης, και μάλιστα ως έναρξη ειδικής χρονολόγησης, ακόμα και σε περιοχές που είχαν επαναστατήσει νωρίτερα.
Ετσι από το 1823 θεωρείτο στην Πελοπόννησο ως ημέρα έναρξης της επανάστασης.
Μέχρι εκείνη τη μέρα, ως αρχή της Ελληνικής Επανάστασης θεωρούνταν η 1η Ιανουαρίου, ημερομηνία κατά την οποία ψηφίστηκε από την 1η Εθνοσυνέλευση της Πιάδας (Παλιάς Επιδαύρου) το 1ο Ελληνικό "Σύνταγμα", ήτοι "Προσωρινό Πολίτευμα".
Πιστεύεται λοιπόν πως η αλλαγή της ημερομηνίας θα έφερνε κύμα ενθουσιασμού στον -έτσι και αλλιώς θρησκευόμενο- λαό και θα απομάκρυνε το σύνδεσμο της έναρξης της Ελληνικής Επανάστασης με την "δημοκρατική" απαίτηση μέρους του λαού για Σύνταγμα, απαίτηση που μέχρι εκείνο το σημείο δεν είχε καλύψει ο μονάρχης Όθωνας.
Η Φιλική εταιρεία
Οι ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας Νικόλαος Σκουφάς, Εμμανουήλ Ξάνθος και Αθανάσιος Τσακάλωφ, προχώρησαν στην εγγραφή μελών στις ελληνικές παροικίες του εξωτερικού και στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, ενθαρρυμένοι από το επαναστατικό πνεύμα του Ρήγα Βελεστινλή, τους αγώνες του Λάμπρου Κατσώνη και των Σουλιωτών καθώς και την αναταραχή που προκαλούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία απείθαρχοι πασάδες.
Οι Φιλικοί, όπως αποκαλούνταν τα μέλη της, χρησιμοποιούσαν κρυπτογραφικό κώδικα για να επικοινωνούν μεταξύ τους και υπέγραφαν με ψευδώνυμα. Η μύηση τους στην οργάνωση είχε τη μορφή ιεροτελεστίας, που τη σφράγιζε ο όρκος μπροστά σε ιερέα.
Οι Φιλικοί άφηναν να εννοείται ότι πίσω από την Εταιρεία υπήρχε μια Μεγάλη Δύναμη, που ήθελε την απελευθέρωση των Ελλήνων.

Πολλοί πίστευαν ότι πίσω από την μυστική Αρχή της Φιλικής Εταιρείας κρυβόταν η Ρωσία, ωστόσο οι ηγέτες της γνώριζαν καλά, παρόλο που δεν το φανέρωναν, ότι η οργάνωση στηριζόταν στον ενθουσιασμό των λογίων πατριωτών και στα χρήματα που κατέβαλλαν τα εγγραφόμενα μέλη της, ιδίως οι υπάλληλοι και οι έμποροι.
Τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας στην αρχή ήταν ελάχιστα. Το 1818, όμως, η οργάνωση μετέφερε την έδρα της στην καρδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη.
Τότε η στρατολόγηση μελών επεκτάθηκε σε ολόκληρη την Οθωμανική Αυτοκρατορία και στη σημερινή Ελλάδα.
Σ' αυτήν μυήθηκαν πολλοί από τους πρωταγωνιστές του Αγώνα, όπως ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δίκαιος ή Παπαφλέσσας, ο πρώην κλέφτης Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, οι οπλαρχηγοί Ιωάννης Φαρμάκης και Γεωργάκης Ολύμπιος και αρκετοί άλλοι.
Την οργάνωση βοήθησε αποφασιστικά και ο μεγαλέμπορος Παναγιώτης Σέκερης, που πρόσφερε μεγάλο μέρος της περιουσίας του.
Ο Υψηλάντης και η επανάσταση
Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ήταν γιος του Κωνσταντίνου Υψηλάντη, Ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας και γόνου εύπορης και ισχυρής Φαναριώτικης οικογένειας. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1792. Το 1810 κατατάχτηκε με το βαθμό του ανθυπίλαρχου (ανθυπολοχαγός του Ιππικού) στο σώμα των εφίππων σωματοφυλάκων του Τσάρου Αλέξανδρου Α΄ της Ρωσίας.
Διακρίθηκε στους πολέμους κατά του Ναπολέοντα, όπου στη μάχη της Δρέσδης, (27 Αυγούστου 1813 ν.ημ.), έχασε το δεξί του χέρι. Το 1814-1815 συμμετείχε και αυτός ως μέλος της αυτοκρατορικής ακολουθίας στο Συνέδριο της Βιέννης με το βαθμό του υποστράτηγου.
Οι Φιλικοί είχαν πληροφορίες για τα πατριωτικά του αισθήματα, τα οποία είχε εκδηλώσει σε στενούς κύκλους Ελλήνων και Φιλελλήνων.
Έτσι με τη μεσολάβηση του Φιλικού Κωνσταντίνου Καντιώτη που ήταν υπάλληλος παρά τον Καποδίστρια, μετά την άρνηση του τελευταίου να αναλάβει αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, πήγε ο Εμμανουήλ Ξάνθος στον ξάδελφο των Υψηλάντηδων,Ιωάννη Μάνο, προκειμένου να τον φέρει σε επαφή με τον Πρίγκιπα Αλέξανδρο Υψηλάντη.
Στη συνάντηση εκείνη , που έγινε στη Πετρούπολη στις 11 Απριλίου 1820, ο Υψηλάντης τον δέχθηκε με ευγένεια και ύστερα από κάποιες ερωτήσεις για την καταγωγή του και διάφορες άλλες υποθέσεις του ζήτησε να μάθει πώς περνούν οι Έλληνες. Ο Ξάνθος του απήντησε ότι οι Τούρκοι τους τυραννούν παντού και η τυραννία τους αυτή έχει γίνει πλέον αφόρητη.
Στη συνέχεια ακολούθησε ο εξής δραματικός διάλογος:
- Υψηλάντης«Γιατί οι Έλληνες δεν προσπαθούν να ενεργήσουν ώστε, αν δεν δύνανται να ελευθερωθούν από τον ζυγόν, τουλάχιστον να τον ελαφρώσουν;»
- Ξάνθος: «Πρίγκιψ, με ποία μέσα και με ποίους οδηγούς να ενεργήσωσιν οι δυστυχείς Έλληνες την βελτίωσιν της πολιτικής των καταστάσεως; Αυτοί έμειναν εγκαταλελειμμένοι από εκείνους, οίτινες εδύναντο να τους οδηγήσωσι, διότι όλοι οι καλοί ομογενείς καταφεύγουν εις ξένους τόπους και αφήνουν τους ομογενείς των ορφανούς. Ιδού ο Κόμης Καποδίστριας υπηρετεί τη Ρωσίαν, ο μακαρίτης πατήρ σας κατέφυγε εδώ και ο Καρατζάς εις την Ιταλίαν, υμείς ο ίδιος υπηρετούντες την Ρωσίαν εχάσατε υπέρ αυτής την δεξιάν χείρα σας, και άλλοι ίσοι καλοί καταφεύγοντες εις την χριστιανικήν Ευρώπην μένουν εκεί, χωρίς να φροντίζουν δια τους δυστυχείς αδελφούς των
- Υψηλάντης«Αν εγώ εγνώριζον ότι οι ομογενείς μου είχον ανάγκην από εμέ και εστοχάζοντο, ότι εδυνάμην να συντελέσω εις την ευδαιμονίαν των, σου λέγω εντίμως, ότι ήθελον μετά προθυμίας κάμω κάθε θυσίαν, ακόμη και την κατάστασίν μου, και τον εαυτόν μου θα εθυσίαζον υπέρ αυτών».
Ξάνθος (σηκώνεται όρθιος και συγκινημένος): «Δος μοι Πρίγκιψ, την χείρα σας εις βεβαίωσιν των όσων εκφράσθητε».
Κοιτάζοντάς τον κατάματα ο Υψηλάντης με θαυμασμό του έδωσε το χέρι του.
Την επόμενη ημέρα ο Ξάνθος επισκέπτεται τον πρίγκιπα και του φανερώνει τα μυστικά της Φιλικής Εταιρείας. Εκείνος δέχθηκε να υπηρετήσει και ορκίζεται κατά το τυπικό της εταιρείας, όπου και αναγνωρίζεται Γενικός Επίτροπος της Αρχής. Του δόθηκε το ψευδώνυμο «Καλός» και τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου «α.ρ.» για να υπογράφει τις επιστολές του.
Η Φιλική Εταιρεία είχε πλέον τον Αρχηγό της (Πετρούπολη 12 Απριλίου 1820).
Με την ανάληψη της αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας αποβλέποντας στη χρησιμότητα του υφιστάμενου θεσμού των εφορειών της Εταιρείας, όχι μόνο τον διατήρησε αλλά και τον ενίσχυσε με δικές του οδηγίες που απέβλεπαν περισσότερο στην επιλογή και επιτήρηση των μελών, στη βοήθεια των αδυνάτων και στον τρόπο εισδοχής των προσήλυτων.
Ταυτόχρονα έστειλε εγκυκλίους στις εφορείες και έντυπα γραμμάτια για τις εκούσιες συνεισφορές των ομογενών.
Τα γραμμάτια εκείνα επείχαν θέση σύγχρονων εθνικών ομολόγων που ήταν υπογεγραμμένα από τον ίδιο τον Υψηλάντη ή από τους αντιπροσώπους του.
Παράλληλα, απαγόρευσε τη χρήση των δημοσίων χρημάτων χωρίς τη διαταγή του, ενώ άνοιξε αλληλογραφία με τα επιφανέστερα (πνευματικά) μέλη, καθώς και με τα πλέον δραστήρια στα οποία ανακοίνωνε την εκλογή του ως Γενικού Επιτρόπου, θυμίζοντάς τους τα καθήκοντά τους και καθοδηγώντας τα για τη δημιουργία νέων εφορειών και συγκέντρωση εισφορών.
Επαινούσε δε τους επιτρόπους εκείνους που επιδείκνυαν ιδιαίτερη δραστηριότητα, όπως εκείνους της "Φιλόγενης Κάσσας" της Μόσχας, ιδρύοντας ένα κεντρικό ταμείο της Φιλικής στη Κωνσταντινούπολη. Και οι δύο αυτοί οργανισμοί προορίζονταν να καλύψουν τις ανάγκες της Εταιρείας για τη χρηματοδότηση του μελλοντικού αγώνα των Ελλήνων.
Στα τέλη του 1820, ο αδελφός του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ο Νικόλαος Υψηλάντης συντάσσει και υποβάλει προς έγκριση στρατιωτικό οργανισμό για τον υπό οργάνωση εθελοντικό στρατό. Σύμφωνα με αυτόν, ο στρατός της ελληνικής επανάστασηςθα αποτελούνταν κυρίως από χιλιαρχίες και τα στελέχη του θα είχαν τους εξής βαθμούς: πεντηκόνταρχου, εκατόνταρχου, ταγματάρχη, χιλίαρχου και πολέμαρχου.
Η ελληνική σημαία θα είχε τρία χρώματα: άσπρο μαύρο και κόκκινο.
Η σημαία της ξηράς θα έφερε στη μία πλευρά το μυθικό φοίνικα μέσα σε φλόγες και τον "ακτινοβόλο παντόπτη οφθαλμό" με την επιγραφή «εκ της τέφρας αναγεννώμαι», στη δε άλλη, τον αρχαίο ελληνικό σταυρό (ισόκερο), μέσα σε δάφνινo στεφάνι και κάτω την επιγραφή «Εν τούτω τω σημείω νίκα».
Σημειώνεται ότι τελικά από τα παραπάνω μέτρα του Υψηλάντη και τα σχέδια των Φιλικών τα μόνα που αποδείχθηκαν, βάσει των ιστορικών στοιχείων, να είχαν ουσιαστική σημασία στην ελληνική παλιγγενεσία, ήταν ο θεσμός των εφορειών, που έδρασε ως προαιώνιος κοινοτικός οργανισμός των Ελλήνων και η οργάνωση των λεγομένων «αποστόλων».
Αντίθετα, η υλική οργάνωση του όλου κινήματος, δηλαδή ο εφοδιασμός των Ελλήνων με τα αναγκαία πολεμοφόδια, τρόφιμα κ.λπ. χαρακτηρίστηκε από πολύ πρόχειρος μέχρι ανύπαρκτος.
Όλοι σχεδόν οι ιστορικοί και ιστοριογράφοι της εποχής εκείνης απορούν πώς πέτυχε η επανάσταση, όταν η συγκέντρωση του υλικού οφειλόταν κυρίως σε ατομικές πρωτοβουλίες, σπασμωδικές και ασυντόνιστες.
Γενικά η συμβολή της Φιλικής σε αυτόν τον τομέα υπήρξε ασήμαντη. Ακόμα και οι Αγωνιστές του 21, όταν ελεύθεροι πια, ύστερα από τον εννιάχρονο σχεδόν, αιματηρό εκείνο αγώνα αναλογίζονταν την επικίνδυνη περιπέτεια, συχνά δοκίμαζαν τα αισθήματα ιλίγγου και τρόμου που αισθάνεται μετά τη σωτηρία του όποιος κινδύνευσε σοβαρά.
Χαρακτηριστικά ο "Γέρος του Μοριά" επαναλάμβανε θυμοσοφικά: «Ο κόσμος μας έλεγε τρελλούς, εμείς αν δεν είμεθα τρελλοί, δεν εκάναμεν την επανάστασιν, διατί ηθέλαμεν συλλογισθή πρώτον δια πολεμοφόδια, καβαλλαρία μας, πυροβολικό μας, πυριτοθήκες μας, τα μαγαζιά μας, ηθέλαμεν λογαριάσει τη δύναμιν την εδικήν μας, τη τουρκική δύναμη. Τώρα όπου ενικήσαμεν, όπου ετελειώσαμεν με το καλό τον πόλεμό μας, μακαριζόμεθα, επαινώμεθα, αν δεν ευτυχούσαμεν, ηθέλαμεν τρώγει κατάρες και αναθέματα».
Το σχέδιο της επανάστασης
Κατά την οργάνωση του σχεδίου η Επανάσταση θα ξεκινούσε από την Πελοπόννησο. Στην απόφαση αυτή συνέβαλαν όχι τόσο οι αβάσιμες υποσχέσεις κάποιων θερμόαιμων και υπεραισιόδοξων φιλικών, όσο η πεποίθηση του ίδιου του Υψηλάντη ότι οι τότε περιστάσεις ήταν οι πλέον ευνοϊκές.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία αντιμετώπιζε τότε μια σειρά αντιδραστικών κινήσεων διαφόρων Πασάδων, ιδίως των περιοχών Τούνεσι και Μπαρμπαριάς.
Σημαντικότερος όμως αντιπερισπασμός για τους Έλληνες τότε ήταν η ανταρσία του Αλή Πασά, που έκανε κι αυτούς ακόμα τους Σουλιώτες να επιστρέψουν και να συμμαχήσουν με τον πρώην διώκτη τους, κατά της Αυτοκρατορίας.
Έπειτα υπήρχε η βεβαιότητα ότι στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες θα ξέσπαγαν ταραχές πολύ σύντομα χάρη των ήδη γενομένων μυστικών ενεργειών του Ξάνθου και άλλων φιλικών από τους μυημένους οπλαρχηγούς των περιοχών αυτών, όπως του Γιωργάκη Νικολάου, από τον Όλυμπο, του Σάββα Καμινάρη, από την Πάτμο, του Γιάννη Φαρμάκη από το Μπλάτσι κ.ά.
Έτσι πιεσμένος από τις καταστάσεις ο Υψηλάντης εκδίδει προκήρυξη ανεξαρτησίας, περνάει τον ποταμό Προύθο στις 22 Φεβρουαρίου 1821 και υψώνει τελικά τη σημαία της Επανάστασης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και συγκεκριμένα στοΙάσιο της Μολδοβλαχίας.
Δύο μέρες αργότερα, στις 24 Φεβρουαρίου εκδίδει επαναστατική προκήρυξη με τον τίτλο "Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος."
Η επιλογή της Μολδαβίας και της Βλαχίας θα πρέπει μάλλον να αναζητηθεί στο γεγονός ότι στις περιοχές αυτές απαγορευόταν η παραμονή του Τουρκικού στρατού, ενώ από το 1709 οι τοπικοί άρχοντες ήταν Έλληνες Φαναριώτες.
Στις 26 Φεβρουαρίου 1821 στο ναό των Τριών Ιεραρχών τελείται δοξολογία, κατά την οποία ο Μητροπολίτης Βενιαμίν ευλογεί πρόχειρη σημαία με έμβλημα το Σταυρό και, κατά το βυζαντινό τυπικό, παραδίδει το ξίφος στον Αλέξανδρο Υψηλάντη.
Κατόπιν διενεργείται έρανος για τη συλλογή ενός εκατομμυρίου γροσίων και παράλληλα εθελοντές από ολόκληρη την Ευρώπη καταφθάνουν στη Μολδαβία για να καταταχθούν στο στρατιωτικό σώμα που δημιούργησε, οργανώνοντας μάλιστα το πρώτο τμήμα του Πυροβολικού με δύο πυροβόλα υπό τις διαταγές του Γάλλου συνταγματάρχη Ολιβιέ Βουτιέ (Olivier Voutier).
Συγκροτείται ο Ιερός Λόχος αποτελούμενος από 500 σπουδαστές. Στις 4 Μαρτίου οι Έλληνες ναυτικοί κυριεύουν και εξοπλίζουν 15 πλοία, ενώ στις 17 Μαρτίου ο Υψηλάντης υψώνει τη σημαία στο Βουκουρέστι, αντιμετωπίζοντας το στρατό τριών πασάδων στο Γαλάτσι, το Δραγατσάνι, τη Σλατίνα, το Σκουλένι και το Σέκο (Γεωργάκης Ολύμπιος και Ιωάννης Φαρμάκης).
Ο στρατός του Υψηλάντη καταστράφηκε στη μάχη του Δραγατσανίου στις 7 Ιουνίου 1821 και υποχώρησε προς τα αυστριακά σύνορα.
Οι λόγοι της αποτυχίας του θα πρέπει να αναζητηθούν κυρίως στην έλλειψη αξιόμαχων δυνάμεων, στην άρνηση του ηγέτη των Βλάχων Θεόδωρου Βλαδιμιρέσκου να τον συνδράμει οικονομικά και στρατιωτικά και στον αφορισμό του Υψηλάντη από τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε', κατόπιν πιέσεων της Υψηλής Πύλης για σφαγές των Χριστιανών σε αντίποινα.
Ο Υψηλάντης παραδόθηκε στους Αυστριακούς, φυλακίστηκε και απελευθερώθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1827. Η κλονισμένη υγεία του δεν του επέτρεψε έκτοτε να βοηθήσει το επαναστατημένο έθνος. Δύο μήνες μετά την αποφυλάκισή του στις 31 Ιανουαρίου 1828 πεθαίνει στη Βιέννη.
Η τελευταία του επιθυμία ήταν η καρδιά του να απομακρυνθεί από το σώμα του και να σταλεί στην Ελλάδα. Η επιθυμία πραγματοποιήθηκε από το Γεώργιο Λασσάνη και τώρα βρίσκεται στο Αμαλίειο στην Αθήνα. Η ζωή του και οι τρόποι του υποδεικνύουν ότι είχε Μυοτονική δυστροφία (DM). 
Το σώμα του αρχικά θάφτηκε στο νεκροταφείο Αγ. Ο Μαρξ και αργότερα τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στο κάστρο Υψηλάντη-Σινά στην Rappoltenkirchen - Αυστρίας από μέλη της οικογένειάς του στις 18 Φλεβάρη του 1903.
H τελευταία μεταφορά του συνέβη τον Αύγουστο του 1964, όταν τελικά μεταφέρθηκε στην εκκλησία των Αγ. Ταξιαρχών στο Πεδίον του Άρεως στην Αθήνα, 136 χρόνια μετά το θάνατό του. H Ypsilanti Township στο Michigan των ΗΠΑ πήρε το όνομά της προς τιμήν του. Αργότερα η πόλη της Ypsilanti, η οποίο βρίσκεται εντός του δήμου, πήρε το όνομά της από τον αδελφό του, Δημήτριο.
 Ας δούμε όμως αναλυτικά, τα σημαντικότερα σημεία της επανάστασης.
Η Πελοπόννησος και η άλωση της Τριπολιτσάς
Οι Έλληνες επαναστάτες στην Πελοπόννησο με επικεφαλής τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη αποφάσισαν να πολιορκήσουν την Τριπολιτσά, που ήταν η στρατιωτική έδρα των Τούρκων στην περιοχή. Η άλωσή της, τον Σεπτέμβριο του 1821, τόνωσε το ηθικό των Ελλήνων.          
Με το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821 στην Πελοπόννησο, ο Χουρσίτ Πασάς έστειλε 3.500 στρατιώτες να υπερασπιστούν την Τριπολιτσά (Τρίπολη), όπου είχε και την οικογένειά του.
Οι επαναστατημένοι Έλληνες πάλι, αφού κατέλαβαν την Καλαμάτα, έκαναν σύσκεψη για τις παραπέρα ενέργειές τους.
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πρότεινε να πολιορκήσουν την Τριπολιτσά, που ήταν η κεντρική διοικητική, εμπορική και στρατιωτική έδρα των Τούρκων στην Πελοπόννησο. Πίστευε πως αν οι Έλληνες κατόρθωναν να την κυριεύσουν, θα αποδυναμώνονταν και τα υπόλοιπα κάστρα της περιοχής. Ετσι, επαναστάτες με επικεφαλής τον Κολοκοτρώνη κινήθηκαν προς την Τριπολιτσά, έστησαν στρατόπεδα στα βουνά γύρω από αυτήν και η πολιορκία άρχισε. Μετά την ήττα των Τούρκων στο Βαλτέτσι, κοντά στην Τριπολιτσά, οι Έλληνες αγωνιστές μπόρεσαν να προωθηθούν πιο κοντά στην πόλη.
Στην πολιορκία συμμετείχε και ο Δημήτριος Υψηλάντης, που είχε αναλάβει την αρχηγία του Αγώνα, ενώ τα τέσσερα κεντρικά στρατόπεδα διηύθυναν ο Κολοκοτρώνης, ο Αναγνωσταράς (Αναγνώστης Παπαγεωργίου), ο Παναγιώτης Γιατράκος και ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης.
Επίσης, είχαν σταλεί ελληνικές δυνάμεις στα Μέγαρα, για να εμποδίσουν τουρκικές ενισχύσεις να φτάσουν στην Τριπολιτσά από την Αθήνα.
Οσο περνούσε ο καιρός, η πολιορκία γινόταν πιο στενή. Στην πόλη τα τρόφιμα λιγόστεψαν και άρχισε η διχόνοια. Η Τριπολιτσά έπεσε στα χέρια των επαναστατών στις 23 Σεπτεμβρίου του 1821. Ακολούθησαν σφαγές και λεηλασίες. Οπλισμένοι οι Έλληνες, μπήκαν στην πόλη χτυπώντας τους Τούρκους, που οχυρώθηκαν στα σπίτια τους.
Οι Οθωμανοί που κλείστηκαν στον κεντρικό πύργο, τη Μεγάλη Τάπια, παραδόθηκαν έπειτα από τρεις ημέρες από έλλειψη νερού.
Η άλωση της Τριπολιτσάς, έξι μήνες από την έναρξη της Επανάστασης, ήταν ιδιαίτερα σημαντική, καθώς είχε συντριβεί η βασική στρατιωτική βάση του οθωμανικού στρατού στην Πελοπόννησο και χιλιάδες τουρκικά όπλα πέρασαν στην κατοχή των Ελλήνων, τονώνοντας το ηθικό τους. Οι εξεγερμένοι πίστεψαν πια πως οι Τούρκοι δεν ήταν ακατανίκητοι. Στη συνέχεια, οι νικητές της Τριπολιτσάς στράφηκαν στα περιφερειακά κάστρα της Πελοποννήσου, για να τα πολιορκήσουν.
Η εκστρατεία του Δράμαλη
Κατά τη διάρκεια του 1821, οι Τούρκοι επιχείρησαν να στείλουν στην Πελοπόννησο τρία ασκέρια, για να καταπνίξουν την Επανάσταση. Κανένα τους όμως δεν κατάφερε να φτάσει στον προορισμό του, λόγω της ένοπλης αντίστασης των Ελλήνων αγωνιστών της Στερεάς Ελλάδας. Το ένα από αυτά διοικούσε ο Μαχμούτ, που ονομαζόταν και Δράμαλης επειδή καταγόταν από τη Δράμα.
Ο Δράμαλης ήταν πασάς της Λάρισας και διέθετε στρατιωτική πείρα από προηγούμενες επιχειρήσεις στη Σερβία, στις οποίες συμμετείχε. Αφού κατέστειλε τα επαναστατικά κινήματα στο Πήλιο, στα Άγραφα και στον Ασπροπόταμο, διορίστηκε αρχηγός της εκστρατείας στην Πελοπόννησο.
Έτσι την άνοιξη του 1822, αφού συγκέντρωσε στην Υπάτη 18.000 στρατιώτες (πεζούς και ιππείς), πυροβόλα και εκατοντάδες μεταφορικά ζώα, κατευθύνθηκε νότια.
Ο Δράμαλης πυρπόλησε τη Θήβα και μέσω των Μεγάρων πέρασε με τον πολυάριθμο στρατό του στην Κόρινθο. Από εκεί έφτασε μέχρι το Άργος χωρίς να συναντήσει αντίσταση.
Τότε ο Κολοκοτρώνης μαζί με άλλους αγωνιστές έθεσε υπό τον έλεγχο του τις διαβάσεις και τα περάσματα, απομονώνοντας τη στρατιά του Δράμαλη στην πεδιάδα της Αργολίδας.
Ταυτόχρονα, μέσα στο φρούριο του Άργους κλείστηκαν ένοπλοι με αρχηγούς τον Δημήτριο Υψηλάντη και τον Πάνο, γιο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Οι επαναστάτες, εφαρμόζοντας την τακτική της «καμένης γης», έκαψαν ταγεννήματα και τα αποθηκευμένα σιτηρά.
Εξαντλημένοι από την πολιορκία του κάστρου, από την έλλειψη τροφής και τις ασθένειες, οι Οθωμανοί αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Κόρινθο. Όμως οι τέσσερις οδοί διαφυγής είχαν καταληφθεί έγκαιρα από τις ελληνικές δυνάμεις, με εντολή του Κολοκοτρώνη.
Ο ίδιος έπιασε το στενό των Δερβενακίων με 2.500 πολεμιστές, κρύβοντας μέσα σε θάμνους 800 από αυτούς. Αλλά και άλλοι οπλαρχηγοί, όπως ο Νικηταράς (Νικήτας Σταματελόπουλος), ο Παπαφλέσσας και ο αδελφός του Νικήτας Φλέσσας, κατέφθασαν για να βοηθήσουν.
Στις 26 Ιουλίου του 1822 έγινε φονική μάχη στα Δερβενάκια, κατά την οποία οι Τούρκοι στρατιώτες παγιδεύτηκαν. Όσοι κατάφεραν να σωθούν, κατέφυγαν στην Κόρινθο. Στα χέρια των Ελλήνων έπεσαν πολλά λάφυρα, ενώ ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ανακηρύχθηκε αρχιστράτηγος.
Έχοντας χάσει το 1/5 του στρατεύματος του, πολεμικό υλικό και πολλά ζώα, ο Δράμαλης πέθανε από τη λύπη του στην Κόρινθο. Η Επανάσταση για άλλη μια φορά είχε σωθεί.
 Η επανάσταση στα νησιά
Η επανάσταση από την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα μεταδόθηκε σύντομα στα νησιά του Αιγαίου. Πρώτα επαναστάτησαν οι κοντινές Σπέτσες με τη Μπουμπουλίνα, τον Απρίλιο του 1821 και ακολούθησε η Ύδρα, με πρωτοστάτη τον πλοίαρχο Αντώνιο Οικονόμου. Στη συνέχεια ξεσηκώθηκαν τα Ψαρά, η Σάμος, η Κάσος και τα Δωδεκάνησα. Επαναστατική δραστηριότητα εκδηλώθηκε και στην Κρήτη, ιδιαίτερα στα Σφακιά, ενώ οι κάτοικοι των Κυκλάδων φάνηκαν διστακτικοί.
Τα εξεγερμένα νησιά συμμετείχαν αποφασιστικά στον μεγάλο ξεσηκωμό του 1821. Τα ελληνικά καράβια, παρόλο που ήταν λιγότερα σε αριθμό και μικρότερα σε χωρητικότητα, κυριαρχούσαν στο Αιγαίο, καθώς ήταν ταχύτερα και διέθεταν πληρώματα με μεγάλη ναυτική εμπειρία.
Οι Έλληνες ναυτικοί διακρίθηκαν σε τρία είδη πολεμικών επιχειρήσεων: στην πολιορκία παραθαλάσσιων κάστρων, όπως η Μονεμβασιά και το Ναυαρίνο και στην υποστήριξη χερσαίων μαχών από τη θάλασσα,  σε καταδρομές στα παράλια της Μικράς Ασίας, όπου αιχμαλώτιζαν ή κατέστρεφαν εχθρικά πλοία, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται ο τουρκικός στόλος να πλεύσει προς την Πελοπόννησο και σε ναυμαχίες στο ανοιχτό πέλαγος, στις οποίες συμμετείχαν και τα περίφημα πυρπολικά, σκάφη γεμάτα με εύφλεκτο υλικό που προσδένονταν στα οθωμανικά πλοία και κατόπιν έπαιρναν φωτιά.
Σημαντική δράση στη θάλασσα ανέπτυξαν, ανάμεσα σε άλλους, οι Ψαριανοί Δημήτριος Παπανικολής και Κωνσταντίνος Κανάρης καθώς και ο Ανδρέας Μιαούλης από την Ύδρα.
Αντιδρώντας οι Τούρκοι, προχώρησαν σε αντίποινα σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού που κατοικούσε στα παράλια της Μικράς Ασίας αλλά και στα νησιά. Τον Απρίλιο του 1822 η Χίος καταστράφηκε ολοκληρωτικά από Τούρκους στρατιώτες και οι περισσότεροι από τους κατοίκους της σφαγιάσθηκαν. Ήταν ένα γεγονός που συγκλόνισε τους χριστιανικούς λαούς της Ευρώπης.
Οι αποτυχίες του τουρκικού στόλου κατά το 1821 ανάγκασαν τον Σουλτάνο να ζητήσει τη συνδρομή του πασά της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή, ο οποίος διέθετε ένοπλες δυνάμεις εκπαιδευμένες από Ευρωπαίους αξιωματικούς.
Τα επόμενα χρόνια οι συγκρούσεις στη θάλασσα εντάθηκαν.
Τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του 1824 ενωμένος ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος επιτέθηκε στην Κάσο και τα Ψαρά, που αποτελούσαν τις κύριες ναυτικές βάσεις των επαναστατημένων Ελλήνων. Κι ενώ η διχόνοια ταλάνιζε τους Έλληνες, Τούρκοι και Αιγύπτιοι αποβιβάστηκαν στα δύο νησιά και μετά από σκληρές μάχες με τους υπερασπιστές τους, τα κατέστρεψαν.
Σε ναυμαχία που πραγματοποιήθηκε τέλη Αυγούστου του 1824 στον κόλπο του Γέροντα, στα παράλια της Μικράς Ασίας, ο ελληνικός στόλος κατάφερε να νικήσει τον ογκώδη τουρκοαιγυπτιακό.
Ο ναύαρχος Μιαούλης προκάλεσε σύγχυση στα εχθρικά πλοία με τους ελιγμούς που πραγματοποίησε, ενώ με επιτυχία χρησιμοποιήθηκαν και τα πυρπολικά, καταστρέφοντας μία φρεγάτα με 1.000 στρατιώτες και ναύτες. Μετά τη Ναυμαχία του Γέροντα, οι τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις διασκορπίστηκαν και υποχώρησαν αναζητώντας ασφαλές καταφύγιο.
Στην Ήπειρο, Θεσσαλία
Ταυτόχρονα με την επανάσταση στη Νότια Ελλάδα εξεγέρθηκαν και οι Σουλιώτες στην Ήπειρο καθώς και οι Θεσσαλοί και οι Μακεδόνες.
Ωστόσο, η έλλειψη οργάνωσης και η παρουσία ισχυρών οθωμανικών δυνάμεων στις περιοχές αυτές οδήγησε τις επαναστατικές κινήσεις σε αποτυχία.
Στην Ήπειρο οι εμπειροπόλεμοι Σουλιώτες, οι οποίοι από τον Δεκέμβριο του 1820 βρίσκονταν ξανά στο Σούλι, επαναστάτησαν. Τον ίδιο μήνα χτύπησαν τους Τούρκους, αποκόπτοντας την επικοινωνία των Ιωαννίνων με την Άρτα και την Πρέβεζα.
Κατόπιν επιτέθηκαν εναντίον της Πάργας και της Άρτας, που ήταν σημαντικές πόλεις της περιοχής, αλλά δεν μπόρεσαν να τις κυριεύσουν. Κατάφεραν, ωστόσο, να νικήσουν τον οθωμανικό στρατό στη θέση Πέντε Πηγάδια.
Στα τέλη του 1821, οι Αλβανοί σύμμαχοι τους  εγκατέλειψαν και οι Σουλιώτες έμειναν αβοήθητοι. Υπέγραψαν τότε τρίμηνη ανακωχή με τους Οθωμανούς και επέστρεψαν αποκαρδιωμένοι στον ορεινό τόπο τους.
Μετά την εξόντωση του Αλή Πασά, ο Χουρσίτ Πασάς ετοιμαζόταν να περάσει με τα στρατεύματά του στην Πελοπόννησο, προκειμένου να καταπνίξει την Επανάσταση. Τότε Έλληνες και Φιλέλληνες αγωνιστές, με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, προσπάθησαν να τον εμποδίσουν.
Όμως ο οθωμανικός στρατός ήταν πολυάριθμος και οι ελληνικές δυνάμεις, χωρίς να έχουν την απαιτούμενη οργάνωση, νικήθηκαν στη μάχη του Πέτα στις 4 Ιουλίου του 1822.
Περίπου το 1/3 των Ελλήνων αγωνιστών σκοτώθηκε, αρκετοί άλλοι αιχμαλωτίσθηκαν, ενώ άνοιξε ο δρόμος για την κατάληψη της Δυτικής Ελλάδας καθώς και για την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου από τους Τούρκους.
Επίσης, 68 από τους 93 Φιλέλληνες μαζί με τον αρχηγό τους Ανδρέα Δάνια έπεσαν στο πεδίο της μάχης. Η βαριά ήττα έκανε τους Σουλιώτες να συνθηκολογήσουν τον Σεπτέμβριο του 1822, εγκαταλείποντας οριστικά το Σούλι.
Η Θεσσαλία εγέρθηκε το Μάιο του 1821. Υπό την ηγεσία των Φιλικών Άνθιμου Γαζή και Κυριάκου Μπασδέκη, επαναστάτησαν οι κάτοικοι του Πηλίου, ενθαρρυμένοι από την έλευση πλοίων από την Ύδρα.
Πολιόρκησαν τον Βόλο και το Βελεστίνο, αλλά διασκορπίστηκαν όταν κινήθηκε εναντίον τους ο Μαχμούτ Πασάς ή Δράμαλης από την κοντινή Λάρισα, που ήταν ισχυρή οθωμανική στρατιωτική βάση.
Τον ίδιο μήνα εξεγέρθηκε και η Μακεδονία εναντίον των Τούρκων, με πρωτοστάτη τον Σερραίο μεγαλέμπορο Εμμανουήλ Παπά, που είχε οριστεί από τη Φιλική Εταιρεία αρχηγός του Αγώνα στη Χαλκιδική.
Τον Μάρτιο του 1821 ο Εμμανουήλ Παπάς αναχώρησε με όπλα και πολεμοφόδια από την Κωνσταντινούπολη για το Άγιο Όρος, όπου σε γενική συνέλευση ανακηρύχθηκε «αρχηγός και υπερασπιστής» της Μακεδονίας και κήρυξε επίσημα την Επανάσταση. Με ορμητήριο το Άγιο Όρος, ξεσήκωσε τον Πολύγυρο και τη Σιθωνία, φτάνοντας μέχρι τα περίχωρα της Θεσσαλονίκης.
Οι Τούρκοι αντέδρασαν αφοπλίζοντας τους κατοίκους, συλλαμβάνοντας προεστούς και καταστρέφοντας χωριά των περιοχών αυτών. Οι επαναστάτες πολέμησαν με τα οθωμανικά στρατεύματα στα Βασιλικά και στην Κασσάνδρα, ηττήθηκαν όμως και διαλύθηκαν.
Τουρκικές δυνάμεις πολιόρκησαν τη Νάουσα, όπου είχαν καταφύγει αγωνιστές σμίγοντας με τον αρματολό Τσάμη Καρατάσο και τον πρόκριτο Ζαφειράκη Λογοθέτη. Οι Τούρκοι την κυρίευσαν τον Απρίλιο του 1822. Η πόλη καταστράφηκε και γυναίκες μαζί με τα παιδιά τους, για ν' αποφύγουν την αιχμαλωσία, έπεσαν στον γκρεμό της Αράπιτσας. Η εξέγερση στο Βορρά είχε κατασταλεί
Η καθιέρωση του εορτασμού
Πρώτος ο Παναγιώτης Σούτσος πρότεινε το 1834 την καθιέρωση εορτασμού της Ελληνικής Επανάστασης την 25η Μαρτίου, αναφέροντας ότι ήταν η ημέρα γενίκευσης της επανάστασης στην Πελοπόννησο και αναγέννησης της Ελλάδας, σε υπόμνημα το οποίο ο Ιωάννης Κωλέττης υπέβαλε στον Όθωνα ως πρόταση σχεδίου νόμου.
Το έγγραφο του Κωλέττη, τότε Υπ. Εσωτερικών, έχει ημερομηνία 22 Ιαν./2 Φεβρ. 1835 και πρότεινε στο Βασιλέα τη θέσπιση εορτασμών με πανελλήνιους αγώνες παρόμοιους με αυτούς της αρχαίας Ελλάδας.
Η εισήγησή του είναι σε γαλλική γλώσσα με γερμανική περίληψη.
Αναφέρει ότι ο "περίφημος Γερμανός" (celebre Germanos) κήρυξε την Επανάσταση στις 17 Μαρτίου 1821 στην Αγία Λαύρα, και ότι η επανάσταση γενικεύτηκε στην Πελοπόννησο την 25 Μαρτίου την οποία και θεωρεί ως εναρκτήρια ημερομηνία μιας νέας εποχής για την Ελλάδα.
Λέει μάλιστα ότι υπήρχε προφητεία των μοναχών του Μεγάλου Σπηλαίου ότι σ' αυτή την ημερομηνία θα συνέβαινε αναγέννηση της Ελλάδος, και ότι οι Οθωμανοί της Πελοποννήσου το γνώριζαν και κάθε χρόνο αυτή την ημερομηνία έπαιρναν έκτακτα μέτρα ασφαλείας.
Οι εορτασμοί που πρότεινε ο Κωλέττης περιλάμβαναν διαγωνισμούς στις τέχνες και τα γράμματα και σε διάφορα αγωνίσματα. Θα γίνονταν στην Τρίπολη, την Αθήνα, την Ύδρα και το Μεσολόγγι, εκ περιτροπής μέσα σε μία τετραετία, όπως στην αρχαιότητα οι Ολυμπιακοί, οι Πυθικοί κτλ.
Το 1836 τιμήθηκε η 25η Μαρτίου σε συνδυασμό με τα Καλάβρυτα και τον Π. Πατρών Γερμανό με χάλκινο μετάλλιο που κόπηκε με την ευκαιρία του γάμου του βασιλιά Όθωνα και της Αμαλίας.
Σ' αυτό εικονίζεται η θρυλική σκηνή, με τον Γερμανό να κρατά υψωμένη σημαία και σταυρό και δύο ένοπλους αγωνιστές σε κίνηση ορκωμοσίας ή χαιρετισμού. Φέρει την επιγραφή "ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΥΨΩΣΩ ΑΥΤΟΝ - ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ 25 ΜΑΡΤ. 1821" (το απόφθεγμα είναι από την Έξοδο, ιε', 3). Η άλλη όψη του μεταλλίου εικονίζει τον Γερμανό.
Ο εορτασμός "εἰς τὸ διηνεκὲς" της Επανάστασης την 25η Μαρτίου καθιερώθηκε το 1838 με το Βασιλικό Διάταγμα 980 / 15(27)-3-1838 της Κυβέρνησης Όθωνος και συγκεκριμένα του Γεώργιου Γλαράκη, γραμματέα της Επικρατείας (υπουργού) επί των Εκκλησιαστικών, Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και Εσωτερικών.
Ο Γλαράκης ήταν ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του ρωσικού κόμματος, των Ναπαίων, που εκείνη την περίοδο απολάμβανε την εύνοια του Όθωνα. Κατά την ιστορικό Χρ. Κουλούρη ο Γλαράκης προσπαθούσε να ενισχύσει τη δημοτικότητά του προσεταιριζόμενος την απήχηση των εκφραστών της Ορθοδοξίας, και ενδεχομένως σε αυτό να οφείλεται η θρησκευτική χροιά του διατάγματος και η καθιέρωση της εορτής.
Ωστόσο, κατά τον πρώτο εορτασμό της επετείου, το 1838, από τους ξένους πρέσβεις και προσωπικό πρεσβειών απουσίασαν από την εορτή μόνο αυτοί της Ρωσίας και της Αυστρίας με τους υπαλλήλους τους.
Εξ άλλου, από τις πρώτες μέρες της Επανάστασης ήταν εμφανής η θρησκευτική διάσταση της Επανάστασης ακόμα και σε μη ορθόδοξους παρατηρητές ενώ οι θρησκευτικές αναφορές υπάρχουν σε όλα τα επίσημα κείμενα της Επανάστασης (π.χ. βλέπε Συνέλευση των Καλτεζών, Μάϊος 1821).
Από την Δ' Εθνοσυνέλευση του 1829 είχε ήδη εγκριθεί ψήφισμα για την ίδρυση Ναού όπου θα τιμάται η Θεία βοήθεια προς την Επανάσταση.
Ο πρώτος εορτασμός στην Αθήνα όπου συμμετείχαν ο Βασιλιάς Όθων και η Βασίλισσα Αμαλία, πολιτικές και στρατιωτικές αρχές και πλήθος λαού, έγινε στον Ναό της Αγίας Ειρήνης.
Ο Μητροπολιτικός Ναός των Αθηνών θεμελιώθηκε την 25 Δεκ. 1842 και αφιερώθηκε στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου για να τιμηθεί η 25 Μαρτίου 1821.
Το 1839, ο Αμβρόσιος Φραντζής αναφέρει ότι η 25η Μαρτίου ήταν ημέρα «ρητή και εμφυτευμένη εις τας καρδίας των Πελοποννησίων κτλ. ως ημέρα ενάρξεως της Ελληνικής επαναστάσεως», ενώ ο ίδιος παρουσιάζει τα γεγονότα στα οποία η 25η Μαρτίου είναι μια από τις ημέρες των πρώτων ενεργειών που άρχισαν μετά τα μέσα Μαρτίου και όχι «ημέρα ενάρξεως".
Μετά την επίσημη καθιέρωση του εορτασμού, και ιδίως το 1841, έγινε προσπάθεια οικειοποίησης της επετείου από την αντιπολιτευόμενη αντι-οθωνική μερίδα, με ιδιωτικούς εορτασμούς στους οποίους προβαλλόταν ιδιαίτερα η μορφή του Κοράη.
Η εορτή συνέχισε να είναι αντικείμενο κομματικών και τοπικιστικών αντιπαραθέσεων: ιδιαίτερες αντιδράσεις προκάλεσε το 1846 και 1847 η απόφαση του πρωθυπουργού Κωλέττη για την πραγματοποίηση επίσημης τελετής στον τάφο του ρουμελιώτη οπλαρχηγού Γεώργιου Καραϊσκάκη στο Φάληρο, καθώς θεωρήθηκε ότι οδηγούσε σε ταύτιση της Επανάστασης με ένα πρόσωπο.

Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Το γράμμα ενός διευθυντή σχολείου έκανε πολλούς γονείς να αναθεωρήσουν την συμπεριφορά τους.

Πρόσφατα, ένας διευθυντής σχολείου στην Σιγκαπούρη έγραψε ένα γράμμα στους γονείς των μαθητών του που συγκίνησε ολόκληρο το διαδίκτυο. Σε αυτό το γράμμα εξέφρασε κάποιες αλήθειες με σκοπό να αγγίξει όλους τους γονείς.

 “Αγαπητοί γονείς, Οι εξετάσεις των παιδιών σας πρόκειται να ξεκινήσουν σύντομα. Ξέρω, ότι είστε όλοι αγχωμένοι, γιατί θέλετε τα παιδιά σας να τα πάνε καλά. Αλλά, σας παρακαλώ, να θυμάστε, ότι ανάμεσα σε αυτούς τους μαθητές θα υπάρχει κάποιος καλλιτέχνης που δεν χρειάζεται να καταλαβαίνει καλά τα μαθηματικά. Ένας επιχειρηματίας που δεν χρειάζεται να γνωρίζει ιστορία ή λογοτεχνία. Ένας μουσικός που δεν χρειάζεται να ξέρει από χημεία. Ένας αθλητικό τύπος που η γυμναστική είναι πιο σημαντική για αυτόν από την φυσική. Αν το παιδί σας πάρει καλούς βαθμούς, αυτό είναι τέλειο! Αν δεν πάρει όμως, μην του στερήσετε την αυτοπεποίθηση ή την αξιοπρέπειά του. 
 Πείτε του, ότι δεν πειράζει, ότι ήταν απλά ένα διαγώνισμα. Είναι φτιαγμένοι για πολύ μεγαλύτερα πράγματα στην ζωή. Πείτε του πως ό,τι και αν γίνει στο διαγώνισμα θα τον αγαπάτε το ίδιο και δεν θα τον κρίνετε. 
Σας παρακαλώ, κάντε το αυτό και όταν το κάνετε, δείτε το παιδί σας να κατακτά τον κόσμο. Ένας κακός βαθμός στο διαγώνισμα δεν θα του στερήσει τα όνειρα ή το ταλέντο του. Και σας παρακαλώ, μην θεωρείτε, ότι οι γιατροί και οι μηχανικοί είναι οι μόνοι ευτυχισμένοι άνθρωποι στον κόσμο. 
Με όλη μου την εκτίμηση, 
Ο διευθυντής”

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Το έθιμο της κυρά-Σαρακοστής

Το έθιμο της κυρά-Σαρακοστής είναι από τα παλιότερα έθιμα που σχετίζονται με τη γιορτή του Πάσχα, σήμερα όμως λίγο πολύ ξεχασμένο. Χρησίμευε πάντα ως ημερολόγιο για να μετράμε τις εβδομάδες από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι τη Μεγάλη Εβδομάδα, καθώς η κυρά-Σαρακοστή έχει 7 πόδια, ένα για κάθε εβδομάδα της περιόδου της Σαρακοστής. Πρόκειται για ένα έθιμο που τείνει στις ημέρες μας να εκλείψει, ενώ παλαιότερα το συναντούσαμε σε όλο τον ελλαδικό χώρο με διάφορες παραλλαγές και χρησιμοποιούνταν ως ημερολόγιο που μετρούσε τις εβδομάδες της Μεγάλης Σαρακοστής.
Η κυρά-Σαρακοστή, στις περισσότερες περιοχές, ήταν μια χάρτινη ζωγραφιά, που απεικόνιζε μια γυναίκα, που έμοιαζε με καλόγρια, με 7 πόδιασταυρωμένα χέρια γιατί προσεύχεταιένα σταυρό γιατί πήγαινε στην εκκλησία και χωρίς στόμα γιατί νηστεύει. Στο τέλος κάθε εβδομάδας, αρχής γενομένης από το Σάββατο μετά την Καθαρά Δευτέρα, της έκοβαν ένα πόδι. Το τελευταίο το έκοβαν το Μεγάλο Σάββατο. Αυτό το κομμάτι χαρτί το δίπλωναν καλά και το έκρυβαν σε ένα ξερό σύκο ή καρύδι (περιοχή της Χίου), το οποίο τοποθετούσαν μαζί με άλλα. Όποιος το έβρισκε θεωρούνταν τυχερός και γουρλής. Σε κάποιες περιοχές, το έβδομο πόδι το τοποθετούσαν μες στο ψωμί της Ανάστασης και όποιος το έβρισκε του έφερνε γούρι.
Σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, η κυρά-Σαρακοστή φτιάχνεται από ζυμάρι με απλά υλικά και, κυρίως, πολύ αλάτι για να μη χαλάσει. Εξάλλου, δεν τρωγόταν, αφού χρησιμοποιούνταν ως ημερολόγιο. Αλλού πάλι, την έφτιαχναν από πανί και τη γέμιζαν με πούπουλα.
Στον Πόντο, η κυρά-Σαρακοστή ήταν μια πατάτα ή ένα κρεμμύδι που το κρεμούσαν απ' το ταβάνι και πάνω του είχαν καρφωμένα επτά φτερά κότας, ώστε να αφαιρούν ένα φτερό κάθε εβδομάδα. Εδώ το έθιμο ονομαζόταν "Κουκουράς", ο οποίος ήταν και ο φόβος των παιδιών!
Για το έθιμο της κυρα-Σαρακοστής έχουν γραφτεί οι παρακάτω στίχοι:
Την κυρά Σαρακοστή
που 'ναι έθιμο παλιό
οι γιαγιάδες μας τη φτιάχναν'
με αλεύρι και νερό.
Για στολίδι της φορούσαν
στο κεφάλι ένα σταυρό
μα το στόμα της ξεχνούσαν
γιατί νήστευε καιρό.
Και τις μέρες τις μετρούσαν
με τα πόδια της τα επτά
κόβαν' ένα τη βδομάδα
μέχρι να 'ρθει η Πασχαλιά.

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

Η συμβουλή του Αϊνστάιν για την σωστή ανάπτυξη των παιδιών

Mια νεαρή μητέρα ρώτησε τον Αϊνστάιν τι θα μπορούσε να κάνει για να προετοιμάσει καλύτερα το πεντάχρονο παιδί της για το σχολείο και τη ζωή. Ήρεμος και χαμογελαστός, ο μεγάλος φυσικός της απάντησε: «Να του λέτε παραμύθια».


«Καλά τα παραμύθια, αλλά τι άλλο;» απόρησε η νέα μητέρα. «Πολλά παραμύθια», επέμεινε ο άνθρωπος που σφράγισε τη σύγχρονη επιστήμη. Και όταν η μητέρα ρώτησε τρίτη φορά, κάπως δύσπιστα:


«Καλά, εντάξει, αλλά και τι άλλο;», ο Αϊνστάιν είπε πως «δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο. Μονάχα κι άλλα παραμύθια. Πάρα πολλά παραμύθια».

Δεν έχουν όμως, πειστεί όλοι ότι τα παραμύθια είναι τόσο σημαντικά για τα παιδιά. Έρευνα που έγινε σε γονείς στη Βρετανία αναφέρει ότι το 25% δεν διαβάζουν παραμύθια σε παιδιά κάτω των 5 ετών, είτε επειδή θεωρούν ότι είναι πολύ τρομακτικά, είτε επειδή δεν συμφωνούν με το πρότυπο ζωής που δίνουν στα παιδιά (τι πρότυπο δίνει η Ωραία Κοιμωμένη που περιμένει τον ωραίο πρίγκιπα να τη φιλήσει για να ξυπνήσει;).

Κάνει τόσο λάθος ο Αϊνστάιν λοιπόν; Μάλλον όχι. Ας δούμε γιατί τα παραμύθια, είναι πολύτιμη πνευματική τροφή για τα παιδιά προσχολικής ηλικίας, ακόμη και τα πιο τρομακτικά.

Τα παραμύθια δείχνουν στα παιδιά πώς να λύνουν προβλήματα

Μικροί και μεγάλοι μαθαίνουν από τους πρωταγωνιστές μίας ιστορίας. Όπως συμβαίνει με μία διδακτική θεατρική παράσταση ή ένα καλό βιβλίο, έτσι ακριβώς τα παιδιά διδάσκονται από ένα κλασικό παραμύθι. Αυτές οι ιστορίες που συμβαίνουν «μια φορά κι έναν καιρό» βοηθούν τα παιδιά να αναπτύξουν την κριτική τους σκέψη. Να ξεχωρίζουν το καλό από το κακό και να δουν ότι με τη φαντασία, το θάρρος και την υπομονή λύνονται τα προβλήματα. Όπως ακριβώς έγινε και με την «Ωραία Κοιμωμένη».

Τα παιδιά νικούν το φόβο

«Τα παραμύθια δεν λένε στα παιδιά ότι υπάρχουν δράκοι. Τα παιδιά ήδη γνωρίζουν ότι δεν υπάρχουν δράκοι. Τα παραμύθια λένε στα παιδιά ότι οι δράκοι μπορούν να ηττηθούν», είχε πει ο Βρετανός συγγραφέας G.K. Chesterton. Ο διάσημος συγγραφέας και παιδοψυχολόγος Bruno Bettelheim πίστευε ότι τα παραμύθια είναι σημαντικά για την ανάπτυξη των παιδιών, επειδή οι βασικοί χαρακτήρες – που είναι και οι ίδιοι παιδιά πολλές φορές– επιδεικνύουν θάρρος και νικούν σε έναν κόσμο γιγάντων και εχθρικών ενηλίκων.

Τα παραμύθια προετοιμάζουν τα παιδιά για τις δυσκολίες της ζωής

Μέσα από τα παραμύθια τα παιδιά συναντούν προκλήσεις με τις οποίες παλεύουν και οι ενήλικες: την προδοσία, τις ίντριγκες, τους τσακωμούς και τη ζήλια. Είναι οι άσχημες πλευρές της ζωής που δεν λείπουν από τους παραδοσιακούς μύθους και τα παραμύθια. «Τα παραμύθια επεξεργάζονται τόσες πολλές φοβίες, όχι μόνο προσωπικές, αλλά όλης της κοινωνίας, αλλά το κάνουν με έναν τρόπο ασφαλή, γιατί όλα αυτά συμβαίνουν … μια φορά κι έναν καιρό», εξηγεί η Μαρία Τατάρ, καθηγήτρια στο Harvard College. 

Όπως είχε πει και ο Τζον Λένον: «Πιστεύω σε οτιδήποτε μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Πιστεύω στις νεράιδες, στους δράκους, στα παραμύθια. Όλα υπάρχουν, ακόμα κι αν βρίσκονται στο μυαλό σας. Ποιος είπε ότι τα όνειρα και οι εφιάλτες δεν εκφράζουν την πραγματικότητα;»

Δίνουν ευκαιρία για διάλογο

Τέτοιες ιστορίες «ελεγχόμενου φόβου» δίνουν μία θαυμάσια ευκαιρία στους γονείς να συζητήσουν με τα παιδιά τους τις πιο βαθιές τους ανησυχίες και ανασφάλειες από τον πραγματικό κόσμο. Οι φανταστικοί χαρακτήρες συνεισφέρουν θετικά στο διάλογο. Δεν μπορεί να γίνει το ίδιο με μία ταινία, ούτε καν με το θέατρο.

Τα παραμύθια μιλούν μία παγκόσμια γλώσσα

«Γνωρίζουμε τα παραμύθια ως παιδιά, είτε μέσω της αφήγησης είτε ακόμη και μέσω της παντομίμας. Ζούμε με αυτά, αναπνέουμε με αυτά, ξέρουμε το τέλος τους», γράφει ο Neil Gaiman. Ορισμένα παραμύθια, όπως η Σταχτοπούτα, υπάρχουν σε πολλές κουλτούρες,αν και με μικρές διαφορετικές πινελιές σε κάθε χώρα. Όλες οι διαφορετικές εκδοχές όμως, μοιράζονται κάτι κοινό: μία σαγηνευτική ιστορία για την ανάγκη να νικήσει το καλό.

Τα παραμύθια διδάσκουν στα παιδιά τα βασικά στοιχεία ενός διηγήματος, μίας ιστορίας

Τους διδάσκουν τη διαφορά ανάμεσα στη φαντασία και στην πραγματικότητα. Ότι οι ιστορίες μπορεί να εξελίσσονται σε άλλο περιβάλλον, σε άλλη χώρα και σε άλλο χρόνο. Ότι οι πρωταγωνιστές έχουν διαφορετικά γνωρίσματα και διαφορετικούς χαρακτήρες. Εάν το παιδί κατανοήσει αυτές τις διαφορές από πολύ μικρή ηλικία, τότε ενισχύεται η ικανότητά του να κατανοεί τη σχέση αιτίας-αποτελέσματος και να προβλέπει το επόμενο βήμα.

Τα παραμύθια αναπτύσσουν την παιδική φαντασία

«Όταν εξετάζω τον εαυτό μου και τον τρόπο σκέψης μου, έρχομαι στο συμπέρασμα ότι το χάρισμα της φαντασίας σημαίνει περισσότερα για εμένα από οποιοδήποτε ταλέντο για αφηρημένη, θετική σκέψη. Το να ονειρεύεσαι για όλα τα σπουδαία πράγματα που μπορείς να καταφέρεις, είναι το κλειδί για μια ζωή γεμάτη με θετικότητα. Άφησε την φαντασία σου να καλπάσει ελεύθερη και δημιούργησε ένα κόσμο στον οποίο θα ήθελες να είσαι μέσα», είχε πει ο Άλμπερτ Αϊνστάιν.

Ηθικά διδάγματα
Τα παραμύθια θέτουν το ηθικό πρόβλημα της συνύπαρξης του καλού και του κακού (που συμβολίζουν συνήθως οι δράκοι, οι γίγαντες και οι μάγισσες). Συνήθως το καλό υπερισχύει και ο κακός χάνει. Μέσω της ταύτισης με τον ήρωα, το παιδί παίρνει το ηθικό δίδαγμα.

19 εντολές της Μαρίας Μοντεσσόρι για να γίνουμε καλύτεροι γονείς


Ο Μαρία Μοντεσσόρι είναι μία από τους ελάχιστους παιδαγωγούς που έφεραν πραγματικά την επανάσταση στον τρόπο που σκεφτόμαστε για το μεγάλωμα των παιδιών μας κατά τον 20ο αιώνα. Οι σύντομες αλλά αξιομνημόνευτες συμβουλές της προς τους γονείς καταφέρνουν με άμεσο τρόπο να μας χαρίσουν τη σοφία και την πείρα της μεγάλης δασκάλας. Συγκεντρώσαμε τις σπουδαιότερες από αυτές και υποσχόμαστε να τις διαβάζουμε τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο, ώστε να μην τις ξεχάσουμε ποτέ:
1.  Τα παιδιά μαθαίνουν από το περιβάλλον τους.

2.  Όταν ένα παιδί δέχεται συχνά κριτική, μαθαίνει να κατακρίνει τους άλλους.

3.  Όταν ένα παιδί επαινείται συχνά, μαθαίνει να εκτιμά τους άλλους.

4.  Όταν ένα παιδί αντιμετωπίζεται εχθρικά, θα μάθει να τσακώνεται.

5.  Αν είστε ειλικρινείς με το παιδί σας, θα μάθει τη σημασία της ευθύτητας.

6.  Αν κοροϊδεύετε συχνά το παιδί σας, θα γίνει ντροπαλό.

7.  Όταν ένα παιδί νιώθει ασφαλές, μαθαίνει να εμπιστεύεται τους ανθρώπους.

8.  Αν κάνετε συχνά το παιδί σας να νιώθει ντροπή, θα μάθει να νιώθει πάντα ενοχές.

9.  Αν σε ένα παιδί δίνεται συχνά ενθάρρυνση, θα μάθει να έχει υψηλή αυτοπεποίθηση.

10. Αν είμαστε δεκτικοί με ένα παιδί, θα μάθει να έχει υπομονή.

11.  Αν είμαστε υποστηρικτικοί με το παιδί, θα είναι σίγουρο για τον εαυτό του.

12.  Αν ένα παιδί ζει σε ένα περιβάλλον φιλίας και νιώθει ότι οι άλλοι το χρειάζονται, θα μάθει πώς να βρίσκει την αγάπη.

13.  Ποτέ μη μιλάτε άσχημα για ένα παιδί, είτε σας ακούει είτε όχι.

14.  Επικεντρωθείτε στο να θρέφετε το καλό που υπάρχει μέσα σε κάθε παιδί. Με αυτόν τον τρόπο δεν θα υπάρχει χώρος για το κακό.

15.  Πάντα να το ακούτε και πάντα να απαντάτε στις ερωτήσεις του παιδιού ή σε αυτά που σας ζητά, όταν έρχεται σε εσάς.

16.  Να σέβεστε το παιδί, ακόμα κι όταν κάνει ένα λάθος. Έτσι θα μπορέσει πιο γρήγορα να το διορθώσει.

17.  Πάντα να είστε έτοιμοι να βοηθήσετε ένα παιδί που σας το ζητά, και να κάνετε στην άκρη όταν έχει βρει ό,τι χρειάζεται.

18.  Να βοηθάτε ένα παιδί να αποκτά ικανότητες από μικρό. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν εξασφαλίσετε ότι ο κόσμος που το περιβάλλει είναι γεμάτος με τρυφερότητα, ειρήνη και αγάπη.

19.  Πάντα να δείχνετε τους καλούς σας τρόπους στο παιδί. Δείξτε του πώς να γίνει όσο καλύτερο γίνεται.

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

Αγάπη δεν σημαίνει δεν χαλάω χατίρι στα παιδιά μου – συχνά είναι το αντίθετο

Πώς εννοούμε την αγάπη; Τι σημαίνει για τον καθένα μας «αγαπώ τα παιδιά μου». Τι σημαίνει η χιλιοειπωμένη δήλωση «σ’αγαπώ»;
Συχνά ακούμε, αλλά ίσως ακόμα συχνότερα λέμε «αγαπώ πολύ τα παιδιά μου, δεν τους χαλάω χατίρι. Ότι μου ζητήσουν τους το παίρνω». Αγάπη όμως δεν είναι να εκπληρώνουμε την κάθε επιθυμία τους. Δεν αγαπώ εγώ περισσότερο όταν αγοράζω στην κόρη μου ή στον γιο μου το iPhone 7. Δεν αγαπάς εσύ λιγότερο όταν δεν έχεις πάει στην Νέα Υόρκη τα παιδιά σου για Χριστούγεννα. Αγάπη δεν είναι να προσφέρουμε κάθε τι υλικό που μας ζητούν. Ποσό συχνά ακούμε γονιούς να λένε » όλα τα προσφέρω στο παιδί μου. Καλό σχολείο, ιδιαίτερα μαθήματα, εκδρομές, διακοπές, χαρτζιλίκι, ωραία ρούχα, τι άλλο να κάνω για να δείξω την αγάπη μου; Θυσία έχω γίνει.» Παράφραση της αγάπης. Πως αγαπώ αληθινά; Με ποιο τρόπο δείχνω την αγάπη μου ώστε να μπορέσει κάποιος να την εισπράξει; Έχω λεφτά άρα αγαπώ; Δεν έχω αρκετά άρα δεν αγαπώ αρκετά;
Αγαπώ σημαίνει ότι εκδηλώνω την αγάπη μου με τέτοιο τρόπο ώστε ο άλλος, το παιδί μας, να μπορέσει να την νιώσει. Η αγάπη δεν είναι υπεροπτική. Μαθαίνω να αγαπώ με τον τρόπο που μου υποδεικνύει το παιδί μου. Με τον τρόπο που θα μπορέσει να καταλάβει. Καλλιεργώντας την ανεξάντλητη υπομονή μου. Υποθηκεύοντας τον χρόνο μου. Χαλιναγωγώντας τον θυμό μου.
Ας αγγίξουμε τα παιδιά μας, ας τα πάρουμε όσες περισσότερες αγκαλιές μπορούμε, ποτέ δεν είναι αρκετές. Ας ανοίξουμε την πόρτα του υπνοδωματίου τους όταν κοιμούνται και απαλά ας τα φιλήσουμε στο μάγουλο. Πολλά φιλιά, ποτέ δεν είναι αρκετά. Ας δείξουμε κατανόηση στις υστερίες τους και τα ξεσπάσματα τους. Ας λατρέψουμε τα ελαττώματα τους περισσότερο από τα προτερήματά τους. Ας μας εκπλήξει θετικά κάθε τους άκαιρη και αδικαιολόγητη αντίδραση.
Στην αγάπη δεν ζητάμε όλα να τα εξηγήσουμε με την λογική. Στην αγάπη υπάρχει στο «γιατί» το «έτσι». Τα παιδιά μας ζητούν να κατανοήσουμε το ακατανόητο.
Τα παιδιά αποζητούν την εύνοιά μας στις πράξεις τους, στις συμπεριφορές τους. Όταν χαμηλώσουμε, σκύψουμε και φτάσουμε στο ύψος τους, όταν γίνουμε και μεις μικροί, τότε θα μπορέσουμε να τα κοιτάξουμε κατάματα και να τους πούμε «σ’αγαπώ» και τότε θα το νιώσουν.  Και όταν νιώσουν ότι τα λατρεύουμε, οι τίγρεις που ξυπνούν μέσα τους, θα ημερέψουν. Η αγάπη είναι ο καλύτερος γητευτής. Η αγάπη όμως θέλει και υπομονή. Η υπομονή είναι η αγάπη. «Μα ποσό υπομονή μπορεί να έχω; Εξαντλήθηκα» λέμε συχνότατα. Όχι. Ανεξάντλητη πρέπει να είναι η υπομονή μας. Είναι μια μάχη εσωτερική που την δίνουμε καθημερινά. Τα παιδιά είναι αυτά που μας προκαλούν σε αυτή την μάχη. Και τα παιδιά θέλουν να είμαστε εμείς οι νικητές.
Το να αγαπώ, δεν είναι απλό. Είναι ένα συναίσθημα που περικλείει τα πάντα. Την αποδοχή και την απόρριψη, το δίκαιο και το άδικο, την οργή αλλά και την γαλήνη, τον ενθουσιασμό και την απογοήτευση. Γι αυτό είναι και προκλητική. Γι αυτό δεν είναι βαρετή. Γι αυτό μεγαλουργεί. Έτσι είναι και τα παιδιά. Μια φουσκωμένη θάλασσα,  μια γαλάζια λίμνη. Μια απέραντη αγάπη. Να τα αγαπάμε, όπως αυτά μας το ορίζουν, για να το καταλαβαίνουν, να το νιώθουν και να δυναμώνουν.

Και αν σκεφτείς, η λέξη «αγαπώ» αρχίζει από το άλφα και τελειώνει στο ωμέγα.
Τζώρτζια Βρεττού

Τι είναι σωστό; Να μην αδικείς κανένα παιδί ή να ξέρεις τις ανάγκες καθενός ξεχωριστά;

Λοιπόν.
Ή φταίει το Τζωρτζακέικο (αυτό είναι το σόι μου) ή το έχετε κι άλλες. Αυτό το τρομερό, υπεράνθρωπο, αδιάφθορο και –αδιαμφισβήτητα- καθαρά μητρικό χούι: να μην αδικείτε. Να φέρεστε ισότιμα στα παιδιά σας. Σε κάθε περίπτωση.
Σε βαθμό υπερβολής όμως. Σε βαθμό τρέλας.
Παράδειγμα: Έχω τρία παιδιά και δύο μανταρίνια. Ποιο παιδί θα φάει μανταρίνι; Κανένα!
Έχω μια φέτα κέικ και δύο παιδιά. Ποιο παιδί θα φάει το κέικ; Κανένα!
Έχω τέσσερα παιδιά και πέντε πορτοκάλια που φτάνουν ίσα για ενάμισι ποτήρι χυμό. Ποιο παιδί θα πάρει βιταμίνες; Κανένα!
Και σκέφτομαι: ποια θα ήταν η πιο σωστή λύση;

Να τα μοίραζα στα δύο, τρία, τέσσερα (και εντάξει, τα πορτοκάλια και τα μανταρίνια μοιράζονται ισόποσα, σκεφτείτε όμως περιπτώσεις που δεν γίνεται να συμβεί το ίδιο, όπως η περιουσία στη συνέχεια, σπίτια, χωράφια, αυτοκίνητα και χρόνος βέβαια, μην ξεχνάμε τον χρόνο) ή να τα έδινα σε κάθε παιδί ανάλογα με τις ανάγκες του;
Ποιο μάθημα θα ήταν το πιο χρήσιμο να πάρουν τα παιδιά;
Αυτό της μάνας που δεν αδικεί κανένα παιδί ή αυτό της μάνας που ξέρει τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες του κάθε παιδιού της ξεχωριστά;
Και –εδώ σε θέλω- πώς το εξηγούν αυτό στα παιδιά;
Θυμάμαι πάντα τη μητέρα μου να μοιράζει σε τρία πιάτα πατάτες τηγανιτές και θυμάμαι τα τρία παιδιά της τα μεσημέρια να μετράνε πατάτα -πατάτα την αγάπη που είχε σε κάθε παιδί της. Έτσι νομίζαμε τότε.
Αλλά δεν είναι έτσι.
Σκεφτείτε το λίγο.
Τα παιδιά μας δεν είναι ίδια μεταξύ τους. Ίσα είναι αλλά όχι ίδια.
Άλλο χρειάζεται περισσότερο φαγητό, άλλο χρειάζεται λιγότερο, άλλο χρειάζεται περισσότερες συμβουλές και άλλο λιγότερες, άλλο χρειάζεται περισσότερο χρόνο μαζί μας και άλλο πιο πολλή ανεξαρτησία, άλλο χρειάζεται την ησυχία του και άλλο την πλήρη προσοχή μας.
Είναι μια εύκολη παγίδα να πέσει κανείς, στην αγωνία του να μην αδικήσει κανένα παιδί, ‘’αδικώντας’’ τα τελικά -σε βάθος χρόνου- όλα.
Πάμε από την αρχή.
Έχω τρία παιδιά και δύο μανταρίνια.
Κλαίρη Τζωρτζάκη